"http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> stories of the city stories of the streets: August 2007 stories of the city stories of the streets: August 2007

stories of the city stories of the streets

Thursday, August 30, 2007

THE SOUND OF SILENCE

Όλοι με μαύρα όπως και η ψυχή μας με όσα έγιναν αυτές τις ημέρες, μαύρισε το Σύνταγμα, ο Λευκός Πύργος, η πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο, αλλά και άλλα μέρη στην Ελλάδα από ό,τι μαθαίνω.

Όταν η σιωπή (άκου) διαδηλώνει ακούγεται πολύ δυνατά









Τι να πω παιδιά, απλά είμαι συγκινημένος, κάθε φορά και καλύτερα, κάθε φορά και περισσότεροι...
Ήσασταν όλοι σας υπέροχοι!!!!!

Ας μην ξαναδούμε τέτοιες εικόνες








Τα παιδιά μας αξίζουν έναν καλύτερο κόσμο, ας τους τον δώσουμε!!!!
posted by street spirit at 12:47 PM 14 comments

Monday, August 27, 2007

Ανείπωτος πόνος




Ό,τι αισθάνομαι δεν περιγράφεται με λέξεις, νιώθω τις στάχτες να κυλάνε στις φλέβες μου, την απόγνωση να τρώει την καρδιά μου, έχω έναν συνεχόμενο κόμπο στο στομάχι, το μυαλό μου το έχουν περικυκλώσει σύννεφα καπνού και δεν μπορεί πια να σκεφτεί, ούτε και γω να γράψω...
Έχουμε πόλεμο, όπως πολύ σωστά γράφουν τα muppet show girls, με τον εαυτό μας. Και γω, πολύ φοβάμαι ότι μάλλον χάνουμε... εκτός αν κοιτάξουμε για λίγο το καθρέφτη και αντιμετωπίσουμε την αλήθεια, δεν υπάρχουν σούπερ ήρωες, δεν υπάρχουν σούπερ πολιτικοί, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που οι καταστάσεις και η αντίληψη τους να αναλάβουν τους κάνουν ήρωες και ήρωες μπορούμε να γίνουμε όλοι, αλλά και το αντίθετο.















ΥΓ: Δεν άντεχα αυτό το παιχνίδι των καναλιών με το πόσοι είναι οι νεκροί, μόνο ως ένα κακόγουστο κανιβαλίστικο ανέκδοτο έμοιαζε.

ΥΓ2: Είναι πολύ εύκολο να τα ρίχνουμε στους άλλους, παρά στους εαυτούς μας.

ΥΓ3: Η αδελφή μου, η Ο, δεν άντεξε να είναι θεατής του καναπέ, αποφάσισε να πάει να βοηθήσει, χωρίς να ξέρει το πώς. Απλά μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε, στα Καλύβια τη σταμάτησαν, προσπάθησε να παρακάμψει, ήθελε να κάνει κάτι, να φύγει από την αδράνεια, τελικά δεν τα κατάφερε. Την κατσάδιασα, όσο μπορούσα, γιατί ξέρω καλά τι σημαίνει φωτιά, καθώς είχα την τιμή μέσω στρατού να συμμετέχω σε 9 κατασβέσεις πυρκαγιών, είχα γαλόνια. Παρ'όλα αυτά τη θαυμάζω. Τώρα μαζεύει πράγματα, ρούχα, νερό για να στείλει. Αποφάσισε να πάει σε εθελοντική ομάδα και να μάθει περισσότερα για τη φωτιά ώστε να γίνει πιο ενεργό μέλος.
posted by street spirit at 3:35 PM 12 comments

Wednesday, August 22, 2007

Χρονοδίνη ΙΙ





Παραλιακή, το πλαστικό μπλε που μπήκε για τα έργα ανάπλασης της παραλίας κρύβει τη θάλασσα. Κλείνω τα μάτια και μου 'ρχεται το μπλε του ουρανού στην Ανάφη, αυτό το καθάριο χρώμα, και οι μπλε αποχρώσεις του ορίζοντα, εκεί που προσπαθούν απεγνωσμένα και χωρίς αποτέλεσμα να ενωθούν ουρανός και θάλασσα. Ακούω τα λόγια του φίλου Όβεν «Αυτό το μπλε του ουρανού είναι ό,τι πιο όμορφο έχω δει». Αυτό το μπλε είναι που μας δίνεται απλόχερα σ'αυτήν τη χώρα και δεν το εκτιμάμε καθόλου. Αυτό το μπλε προσπαθούσε κάθε μέρα να ζωγραφίσει ο Όβεν για να το πάρει μαζί του στη χώρα του, χωρίς να καταλάβει ότι ήδη το έχει μέσα του, έχει γίνει μέρος του.




















Ανοίγω τα μάτια αποφεύγω το πλαστικό μπλε και πέφτω πάνω στα... γαλλικά και το βραβείο ανοιχτής παλάμης ενός ταρίφα... Κλείνω τα μάτια είμαι στην Ανάφη εκεί που το πιο πολύτιμο του νησιού ήταν οι άνθρωποι που συνάντησα, που γνώρισα, που καλημερίστικα. Αυτή η εμπειρία του να μπορείς να μιλάς με όλους, να σε χαιρετάνε όλοι (χωρίς βραβεία) είναι κάτι πρωτόγνωρο για μένα και τη Β. Να είσαι σε ένα ταβερνάκι και από μια αφορμή όλα τα τραπεζάκια να αρχίζουν να μιλάνε αναμεταξύ τους σαν να ήταν μια παρέα, σαν να γνωρίζονταν από καιρό. O φιλόσοφος-καλλιτέχνης χίπις Φινλανδός να σε κοιτάει στωικά.







Γνωρίσαμε τον Όβεν και την Κλαούντια, από τη Γερμανία, με νοοτροπία έξω καρδιά, ταξιδευτές, δέσαμε αμέσως λες και ήμασταν χρόνια φίλοι, πάντα βρισκόμασταν κάπου, χωρίς να δίνουμε ποτέ ραντεβού. Γνωριστήκαμε όταν μέσα στο λιοπίρι του μεσημεριού πήγαμε στη στάση που την κτύπαγε από παντού ο ήλιος να πάρουμε το λεωφορείο και ο Όβεν μού έδωσε την ομπρέλα του χωρίς καν να γνωριζόμαστε, μοιραζόμασταν το παγκάκι σε μια στάση λεωφορείου και την κρατούσαμε μία έγω μία αυτός σαν το άγαλμα της ελευθερίας, ήμασταν απλά ένα θέαμα. Ο Όβεν και η Κλαούντια είχαν μπερδευτεί με τα δωμάτια και είχαν μια μέρα εξτρά στο νησί χωρίς κατάλυμα, ψάχνανε να βρουν δωμάτιο, τζίφος, τίποτα, τα δωμάτια είναι λίγα στην Ανάφη. Κάποτε ήταν νησί μόνο του ελεύθερου κάμπινγκ. Τελικά ένας ντόπιος τούς φιλοξένησε στο σπίτι της γιαγιάς του. Τη νοοτροπία του χαιρετίσματος την είχαν υοθετήσει όλοι οι ταξιδευτές από τους ντόπιους. Έβλεπες μέχρι και Ιάπωνες (ψαγμένους όχι αυτούς που τρέχουν συνέχεια με μια φωτογραφική στο χέρι) να καλημερίζουν όποιον έβρισκαν στον δρόμο τους. Το βράδυ στο Αρμενάκι, μια ταβέρνα με υπέροχο φαγητό, ο μάγειρας μετά τις 11 το βράδυ, έβγαινε από την κουζίνα του (εργαστήριό του, προτιμώ να το λέω γιατί έκανε έργα τέχνης, ιδίως το χοιρινό με το δενδρολίβανο, το σκέφτομαι και στάζουν τα σάλια) με το μπουζουκάκι, ερχόταν και ένα άλλο παιδί με κιθάρα, φίλος του, και παίζανε μέχρι όσο πάει, όλη η ταβέρνα μια παρέα, όλοι τραγουδάνε, κερνάνε ο ένας τον άλλον ζεστά ρακόμελα, η σελήνη ζηλεύει που είναι μόνη και προσπαθεί να κατέβει και να μας κάνει παρέα.








Στο Ρούκουνα ο Τάσος με τις εκπληκτικές γευστικές του προτάσεις και ο παππούς, η μορφή, εγγυημένο γέλιο, να μιλάει με τον Δημοσθένη Ταμπάκο και να λέει για το ότι με το που γεννήθηκε άρχισε τις κωλοτούμπες και είπε θέλω να γίνω ολυμπιονίκης.
Πιο πέρα η Παναγιά η Καλαμιώτισσα (σκαρφαλωμένη στην άκρη του δεύτερου μεγαλύτερου βράχου της Μεσογείου) μάς προκαλεί να ανέβουμε τον Κάλαμο, δυστυχώς δεν μπορέσαμε γιατί τη μέρα που είπαμε να το κάνουμε μας είχαν καθηλώσει τα ρακόμελα της προηγούμενης νύχτας. Αλλά όπως είπε κάποιος ντόπιος «να 'χεις κάτι για να ΄ρχεσαι...».









Αστυνομικό τμήμα Ευόσμου, «σας παρακαλώ μήπως ξέρετε...», «δεν είμαι αρμόδιος πηγαίνεται στο άλλο γραφείο», το άλλο γραφείο είναι κλειστό, αλλά έχει κάτι κολλημένα χαρτιά πάνω στην πόρτα για το τι χρειάζεσαι για να βγάλεις ταυτότητα, μόνο που είναι το ένα πάνω στο άλλο και το ένα αναιρεί το άλλο. Όμως κανείς δεν έχει διάθεση να σε εξυπηρετήσει.
Η Ε που μας φιλοξενούσε στην Ανάφη ήταν πάντα πρόθυμη να μας βοηθήσει, να μας εξυπηρετήσει, πάντα με το χαμόγελο, πάντα μας άφηνε κάτι στο δωμάτιο, ένα κέρασμα, ρακί, καλτσούνια. Πώς δεν την έχει ανακαλύψει η Φάνη Πάλλη να την χρησιμοποιήσει στην καμπάνια της, απορώ...
Χρονοδίνη πάλι με μπερδεύεις, είμαι στο αστυνομικό τμήμα και περιμένω 4 ώρες για να βγάλω ταυτότητα, είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα, καθώς είμαι σ'ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο, χωρίς κλιματισμό, χωρίς παράθυρο, χωρίς τίποτα παρά την αφόρητη ζέστη...
Πέρνω τον φάκελο με τα χαρτιά να αεριστώ... Μου έρχεται το αεράκι της Σικίνου, ο επόμενος προορισμός μετά την Ανάφη.








Το νησί που αγαπάει τον Οδυσσέα Ελύτη, γιατί αυτό λένε ότι του χάρισε την έμπνευση... Σε όλα σχεδόν τα μαγαζιά θα βρεις κάπου κάποιους στίχους του. Αν μπορούσαν θα τον είχαν κάνει και προστάτη του νησιού. Οι ντόπιοι δεν τα πάνε καλά με τον τουρισμό, είναι κάπως καχύποπτοι, πιο κλειστοί από τους Αναφιώτες, θέλουν τον χρόνο τους για να ανοιχτούν.
Η χώρα ένα κουκλί κρεμασμένο πάνω στους βράχους χωρίζεται στο κάστρο και στο χωριό. Οι παραλίες ελάχιστες και χωρίς οδική πρόσβαση, πλην μίας. Δύο βάρκες με ανταγωνισμό Μανταλένας σε πάνε σε δύο παραλίες μία κάπως τουριστική με μια ταβερνούλα και ξαπλώστρες, η άλλη άγρια, πρωτόγονη, με βράχια απότομα με άργιλο, αλλά με καταπράσινα νερά και εξωτικό όνομα Μάλτα, υπάρχει και η Μαύρη Σπηλιά, που για να τη δεις πρέπει να είσαι τυχερός γιατί είναι στη βόρεια πλευρά του νησιού και πρέπει να 'χει καλό καιρό και δεύτερον να βρεθούν και άλλοι που θέλουν να τη δουν για να σε πάει η βάρκα.




Νερό, έχω κορακιάσει στο τμήμα, κατεβάζω με μιας ένα μικρό μπουκαλάκι εμφιαλωμένο, πρόσωπα γύρω μου απελπισμένα, καταβεβλημένα, ρωτάνε για σειρές, νούμερα, ραντεβού, η απόγνωση ζωγραφισμένη σε όλους...








Καλντερίμια, πολλά καλντερίμια, στο πιο κεντρικό μια τεράστια μπουκαμβίλια έχει δημιουργήσει μια μεγάλη αγκαλιά σκεπάζοντάς το και μαζί τα δύο αντικριστά μαγαζάκια, φτιάχνοντας το μοναδικό μέρος σκιάς και δροσιάς της χώρας. Πιο πέρα η πλακόστρωτη πλατεία του χωριού, δυο τρία αρχοντικά, μια στοά και προς τα πάνω τρεις ανεμόμυλοι, όχι όμως στη σειρά






και στην άκρη του βράχου να επιβλέπει τη χώρα το μοναστήρι της Ζωοδόχους Πηγής. Οι ντόπιοι ανοίγονται, απλά θέλανε το χρόνο τους. Ο κυρ-Γαρμπής έχει την ταβέρνα, έχει ζώα, αλλά δουλεύει και το ταχυδρομείο και είναι και κούριερ, και δένει και καράβια, οι γιοι του είναι ο ένας ψαράς και ο άλλος οικοδόμος και δεν αφήνουν το νησί τους το χειμώνα και ας μένουν 200-300 άτομα. Ο παπα-Θόδωρος, η μορφή του νησιού, ο παπάς βιολιστής. Η κυρα-Βάσω ανησυχεί για την εγγονούλα της που έπαθε μια ίωση και έφυγε για την Αθήνα. Να βλέπατε πως βγήκε στο πρόσωπό της ο ήλιος όταν γύρισε υγιής η εγγονούλα της. Μας έφερε και καρπουζόπιτα όπως μας είχε υποσχεθεί, φυσικά και σούπερ ρακόμελο. «Χαρτόσημο των 9 ευρώ 12;;;; Μα, γιατί;;;» - «Αν θες πήγαινε στην εφορία να το πάρεις». «Το πιστοποιητικό σας δεν ισχύει έχουν περάσει 4 μήνες από τότε που το βγάλατε». «Δηλαδή αν περάσουν 4 μήνες, δεν ισχύει ότι γεννήθηκα και στο κάτω κάτω τι το χρειάζεστε το πιστοποιητικό όταν έχω ήδη την παλιά μου ταυτότητα;». «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, είναι διαταγή». Αστυνομικό τμήμα Ευόσμου, ίσως και όλα τα άλλα να είναι έτσι...





Επισκοπή, τελευταία μέρα στη Σίκινο, ο αρχαίος ναός Πυθίου Απόλλωνα που φυσικά οι χριστιανοί τον οικιοποιήθηκαν και έκαναν τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, ίσως το μοναδικό... μπασταρδεμένο ναό, ένας αρχαίος ναός μέσα σ'έναν χριστιανικό, στην άκρη του νησιού, η απόλυτη ηρεμία, μέσα στην άγρια φύση.







Στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής η Σελήνη βιάζεται να συναντήσει τον Ήλιο, να κερδίσει έστω μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω μαζί του.





Εξάλλου το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής ήταν η αρχή της έμπνευσης του Οδυσσέα Ελύτη και καταλαβαίνω απόλυτα το γιατί...






Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια






Η έξοδος από το μοναστήρι για όσους βρίσκανε καταφύγιο από τις επιδρομές των πειρατών. Η έξοδος από τη χρονοδίνη. Το πίσω μέρος του εγκεφάλου μου γέμισε εικόνες, εικόνες που είναι αδύνατον να τραβηχτούν με μια φωτογραφική μηχανή. Εικόνες που όσο και να προσπαθήσω να στις περιγράψω είναι αδύνατον να πιάσω έστω στο απειροελάχιστο την ομορφιά τους και την αρμονία τους...
Εικόνες που μόνο αν πάρεις ένα σάκο στον ώμο και αρχίσεις τις εξορμήσεις θα τις βρεις και συ...





Εικόνες που γίνονται η χρονοδίνη σου για να σε ταξιδεύουν και έπειτα, όταν πλέον δεν ταξιδεύεις.
posted by street spirit at 12:42 PM 14 comments

Tuesday, August 14, 2007

Χρονοδίνη

Γυρίσαμε από τη χρονοδίνη, δεν μπορώ αλλιώς να καταλάβω πως δύο βδομάδες χάθηκαν σε ένα νανοδευτερόλεπτο, πριν καν προλάβω να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρά μου... Πότε ήταν που ψάχναμε πού να πάμε, πότε το βρήκαμε, φύγαμε, πήγαμε, γυρίσαμε (εδώ κολλάει και το κιόλας που λένε πολύ εδώ στην Πάνω Πόλη) δεν πήρα χαμπάρι. Πολλοί λένε πως όταν περνάς καλά οι μέρες περνάνε γρήγορα και ίσως αυτό να φταίει, αλλά εγώ επιμένω πέσαμε σε χρονοδίνη δε γίνεται αλλιώς. Πώς αλλιώς να εξηγήσω πώς έφυγα ενώ πάλευα με την εφορία και γύρισα πίσω σχεδόν στο ίδιο σημείο, παλεύοντας πάλι με την εφορία. Έχουμε, φυσικά, στοιχεία ότι πήγαμε στα νησιά όπως άπλυτα ρούχα, αλμύρα, άμμο, το γαλάζιο της θάλασσας μέσα μας, φωτογραφίες, αλλά πχ η ψηφιακή τα 'χε φτύσει προφανώς από το ταξίδι στη χρονοδίνη (λένε ότι όλα τα ηλεκτρονικά μέσα μπλογκάρουν μέσα στη χρονοδίνη και μάλλον έχουν δίκιο) και είχε κολλήσει εδώ και μία βδομάδα. 2 εβδομάδες είχα χάσει επαφή με τον κόσμο, η τηλεόραση έμοιαζε με ένα άδειο κουτί που απλά έπιανε χώρο, το κινητό έτσι και αλλιώς δεν έπιανε (είπαμε τι κάνει η χρονοδίνη). Μακριά λοιπόν από τον κόσμο σε ένα νησί που το λένε ΑΝΑΦΗ...









Το νησί-παρέα καθώς όλοι γνωρίζονται με όλους, όλοι μιλάνε με όλους. Στην ΑΝΑΦΗ με το που φτάσαμε νιώσαμε τον αέρα της ελευθερίας να μας αγκαλιάζει, το χαμόγελο της Ε που μας περίμενε στο λιμάνι έδιωξε κάθε ενδοιασμό που μας είχαν δημιουργήσει οι 18 ώρες του ταξιδιού. Ένα λιλιπούτειο νησί, μια λιλιπούτεια Χώρα, 4-5 παραλίες και ο ΒΡΑΧΟΣ Κάλαμος ο... άρχοντας του νησιού, ο δεύτερος μεγαλύτερος στη Μεσόγειο μετά το Γιβραλτάρ και ο πρώτος ως μονοκόμματος, απλά επιβλητικός όπως αρμόζει σ'έναν βασιλιά.


















Τι όμως ήταν αυτό που σε μάγευε από την πρώτη στιγμή σ'αυτό το νησί; Η αίσθηση της ελευθερίας. Είναι πολύ ωραίο όλοι να χαιρετάνε όλους, Έλληνες και ξένοι, τουρίστες και ντόπιοι. Όπου πήγαινες συναντούσες τους ίδιους ανθρώπους. Δηλαδή, πέρα από τους ντόπιους, κάποιους Έλληνες ταξιδευτές και μερικούς ξένους υποψιασμένους που μπούχτησαν από τη λαοθάλασσα της Σαντορίνης και τους οποίους λαθράκουσα να λένε πως βρήκανε τον Παράδεισο. Όλοι έτοιμοι να πιάσουν συζήτηση με όλους, κανείς απόμακρος, κανείς με τις κακές συνήθειες της μεγαλούπολης. Ο Κ μάς εξηγούσε πως τον χειμώνα είναι οικοδόμος στο νησί και τα περισσότερα σπίτια τα έχει κτίσει αυτός με τον αδελφό του, το χόμπι του, ο έρωτάς του όμως είναι τα μελίσσια του. Μας έλεγε ότι φέτος δεν έχουν μέλι γιατί ο καύσωνας τα έκαψε όλα, πώς να φέρνουμε στην αρχική του μορφή του χωρίς να χάσει τα πολύτιμα συστατικά του το μέλι, πόσα τσιμπίματα έχει από μέλισσα κ.λπ. Το καλοκαίρι όμως διατηρεί ένα καφέ μπαρ και στο πρωινό σερβίρει το δικό του μέλι, το οποίο φυσικά και είναι υπέροχο.
Στην παραλία του Ρούκουνα συναντήσαμε τους πρωτόπλαστους, δεν ξέρω πώς αλλιώς να τους χαρακτηρίσω. Μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, ολόκληρες οικογένειες, όλοι γυμνοί, όλοι ελεύθεροι. Τα αλμυρίκια προσφέρανε απλώχερα σκιά γι'αυτούς που θέλανε να μείνουν στη φύση. Πραγματικά τους ζήλευα, θα ήθελα να είχα και γω τη σκηνή μου εκεί... Αλλά μήπως κατά λάθος μεταφέρθηκα με τη χρονοδίνη πίσω στο χρόνο και δεν το κατάλαβα;








Κλείνω τα μάτια μου. Τα ανοίγω... Βρίσκομαι Τσιμισκή, με τον ήλιο να στέκεται κατακόρυφα πάνω από το κεφάλι μου. Στο δρόμο τα αυτοκίνητα όλο και λιγοστεύουν, ο κόσμος που περιπλανιέται στα πεζοδρόμια όλο και ελαττώνεται, τα μαγαζιά το ένα μετά το άλλο κρεμάνε στην εξώπορτά τους το ταμπελάκι που μου εύχεται καλές διακοπές... Καταραμένη χρονοδίνη σταμάτα να παίζεις μαζί μου...






ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
posted by street spirit at 1:15 PM 31 comments